καφετιέρα


καφετιέρα
[ кафэтьера] ουσ. θ. кофейник.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καφετιέρα" в других словарях:

  • καφετιέρα — η 1. καφεκούτι* 2. ηλεκτρική συσκευή με την οποία παρασκευάζεται ευρωπαϊκός ή αμερικανικός καφές. 3. σκεύος με το οποίο σερβίρεται ο καφές. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. cafetiere] …   Dictionary of Greek

  • καφετιέρα — η καφεκούτι ή δοχείο από το οποίο σερβίρεται ο ευρωπαϊκός καφές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καφές — Αρωματικό καρύκευμα που χρησιμοποιείται στην παρασκευή του πιο διαδεδομένου νευρικού διεγερτικού αφεψήματος. Προέρχεται από καβουρντισμένα και αλεσμένα σπέρματα του φυτού Cοffea arabica, τροπικού θάμνου της οικογένειας των ρουβιιδών… …   Dictionary of Greek

  • καφεκούτι — το 1. δοχείο στο οποίο τοποθετείται και προφυλάσσεται από την υγρασία και τους ρύπους ο καφές, καφετιέρα 2. μτφ. γυναίκα που έχει γεράσει πρόωρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καφές + κούτι (< κουτί), πρβλ. σπιρτο κούτι, τσιγαρο κούτι] …   Dictionary of Greek

  • Σεζάν, Πωλ — (Cezanne). Γάλλος ζωγράφος (Αιξ αν Προβάνς 1839 1906), ένας από τους μεγαλύτερους εκπρόσωπους της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, που τοποθετείται μεταξύ του εμπρεσιονιστικού και των νεώτερων κινημάτων ξεκινώντας από τον κυβισμό. Για τον τελευταίο, ο Σ.… …   Dictionary of Greek

  • καφεκούτι — το κουτί του καφέ, καφετιέρα: Ρίξε μέσα καφέ από το καφεκούτι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)